logo

 Υπογονιμότητα

Όταν ένα ζευγάρι προσπαθεί χωρίς αποτέλεσμα να τεκνοποιήσει, επί τουλάχιστον 1 χρόνο τακτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς προφυλάξεις, τότε θεωρείται ότι το ζευγάρι αυτό αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογονιμότητας. Η υπογονιμότητα αυξάνει με την ηλικία. Στις αναπτυγμένες χώρες, το 33% των ζευγαριών στα προχωρημένα 30 τους αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογονιμότητας ως αποτέλεσμα των επαγγελματικών επιδιώξεων και των στόχων που θέτει.Η υπογονιμότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα του ζευγαριού και όχι μεμονωμένα σε κάθε άτομο. Ανεξάρτητα από την ηλικία υπολογίζεται ότι περίπου 1 στα 8 ζευγάρια που προσπαθούν να κάνουν παιδί αντιμετωπίζουν κάποιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα γονιμότητας.

Από τα 100 ζευγάρια που προσπαθούν να συλλάβουν φυσιολογικά: Τα 20 θα συλλάβουν τον 1ο μήνα, τα 70 θα έχουν συλλάβει μέσα σε 6 μήνες, τα 85 θα έχουν συλλάβει μέσα σε 1 χρόνο. Επομένως, αν και τα περισσότερα ζευγάρια θα καταφέρουν να πετύχουν εγκυμοσύνη μέσα στο πρώτο έτος, μία σημαντική μειοψηφία (15%) θα αντιμετωπίσει πρόβλημα στη σύλληψη. Στις περιπτώσεις αυτές, το 30-40% οφείλεται μόνο στον αντρικό παράγοντα (αντρική υπογονιμότητα). Κύρια αίτια της αντρικής υπογονιμότητας είναι: α) Η κιρσοκήλη, που δημιουργείται από διεύρυνση των σπερματικών φλεβων που απάγουν αίμα από τους όρχεις και μπορεί να είναι εμφανής ψηλαφητικά ή και οπτικά σε προχωρημένο στάδιο. Ωστόσο, για τη διάγνωση ακόμη και υποκλινικών μορφών γίνεται χρήση έγχρωμου υπερηχογραφήματος του οσχέου, όπου θα καταμετρηθεί το εύρος των φλεβών και θα διαπιστωθεί η παλινδρόμηση του φλεβικού αίματος. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, εντοπίζεται μόνο στον αριστερό όρχι, αλλά μπορεί να είναι και αμφοτερόπλευρη. Η κιρσοκήλη παρατηρείται περίπου στο 20% όλων των αντρών και είναι αιτία για το 40% των υπογόνιμων αντρών, επηρεάζοντας την ποιότητα του σπέρματος ποικιλοτρόπως. Μειώνει τη συγκέντρωση και τον συνολικό αριθμό των σπερματοζωαρίων στο σπερμοδιάγραμμα, περιορίζει σημαντικά την κινητικότητά τους, επηρεάζει αρνητικά τη μορφολογία τους και αυξάνει το ποσοστό βλαβών στο DNA του σπερματοζωαρίου.  β) Οι γενετικές ανωμαλίες με κυριότερες τις μεταλλάξεις στο γονίδιο της κυστικής ίνωσης, που οδηγούν σε αγενεσία του σπερματικού πόρου( αποφρακτική αζωοσπερμία), χρωμοσωμικές ανωμαλίες που ευθύνονται για διάφορα σύνδρομα, όπως εκείνο του Klinefelter, και μικροελλείψεις στο χρωμόσωμα Υ, που μπορούν να οδηγήσουν από μικρή μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων μέχρι και αζωοσπερμία. γ) Οι ορμονικές διαταραχές, που μπορεί να οφείλονται σε διαταραχή της λειτουργίας του θυρεοειδούς, σε ανεπάρκεια κάποιων ορμονών ή σε ανωμαλία στη δράση κάποιων ορμονών, σε κάποια συγγενή σύνδρομα κ.ά. Βασικές ορμόνες που ελέγχουν ή επηρεάζουν τη σπερματογένεση είναι η FSH, η LH, η τεστοστερόνη, η προλακτίνη, η TSH και η ανασταλτίνη Β (inhibin B). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αντιμετώπιση των ανωμαλιών αυτών μπορεί να επαναφέρει τη γονιμότητα του άντρα. δ) Οι ανατομικές - δομικές ανωμαλίες του πέους, όπως επισπαδίας, υποσπαδίας, φίμωση, γωνίωση-κάμψη, μπορούν να επηρεάσουν τη σωστή εναπόθεση του σπέρματος στον κόλπο της γυναίκας. Η χειρουργική αντιμετώπιση αυτών των ανωμαλιών συνήθως λύνει το πρόβλημα της υπογονιμότητας. ε) Φλεγμονές του ουροποιογεννητικού, όπως η προστατίτιδα. στ) Άλλες νόσοι με κύρια τον σακχαρώδη διαβήτη, που επηρεάζει τόσο τη στυτική λειτουργία του πέους όσο και την ποιότητα της σπερματογένεσης και την χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. η) Άλλοι παράγοντες, όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ, η έκθεση σε τοξικές ουσιές, κάποια φαρμακευτικά σκευάσματα κ.ά..

Όταν το κύριο αίτιο της αντρικής υπογονιμότητας δεν μπορεί να εντοπιστεί (ιδιοπαθής υπογονιμότητα), δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ή αντιμετωπίζεται, αλλά χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα, τότε το ζευγάρι απευθύνεται σε εξειδικευμένα κέντρα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, προκειμένου να εφαρμοστεί κατά περίπτωση κάποια μέθοδος υποβοηθούμενης σύλληψης.